Φυσικά το πρώτο κείμενο της στήλης δεν θα μπορούσε να έχει άλλο θέμα πέρα απ’ αυτό των σχέσεων.
Μία αρκετά περίεργη θα έλεγα πραγματικότητα, είναι η κατάληξη των σχέσεων σε μία πόλη που αν μη τι άλλο θεωρείται η ερωτικότερη και η ομορφότερη πόλη στην Ελλάδα, και για μερικούς ακόμα πιο τοπικιστές από εμένα, (ω ναι!) στον κόσμο. Ο λόγος φυσικά για τη Θεσσαλονίκη. Αλλά δεν θα μείνω μόνο στη Θεσσαλονίκη γιατί απ’ ότι φαίνεται το θέμα έχει πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις και δεν καταλαβαίνω, γιατί;
Οι σχέσεις πάντα χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: Παλιές και νέες. Πλέον έχει μπει μια τρίτη κατηγορία ανάμεσά τους (και ξέρετε πως στους δύο, τρίτος δεν χωρεί) αυτή των οπισθογυρισμάτων.
Ειλικρινά δεν γνωρίζω από πότε τα πισωγυρίσματα είναι in fashion, αλλά μεταξύ μας έχουμε αναλογιστεί αν με το να προσπαθούμε να γυρίσουμε ξανά σε περασμένες σχέσεις μας είναι από έρωτα, εγωισμό ή φόβο;
Είμαστε περίεργα όντα οι άνθρωποι. Πασχίζουμε σ’ όλη μας τη ζωή να αποκτήσουμε κάτι, έναν καλό βαθμό στο σχολείο, μετέπειτα μια καλή δουλειά, ένα ακριβό ζευγάρι παπούτσια ή ένα ακόμη ακριβότερο αυτοκίνητο. Την ίδια ακριβώς τακτική ακολουθούμε και με τους ανθρώπους, κάνουμε τα πάντα για να τους κατακτήσουμε κι αφού τελικά τους κάνουμε δικούς μας, τότε τι έπεται;
Είναι πολύ παράξενο αλλά ορισμένες φορές σκέφτομαι πως οι υπερκαταναλωτικές μας συνήθειες και το μόνιμο αίσθημα της ανεπάρκειας, έχει αρχίσει να είναι κύριος παράγοντας των ανθρώπινων σχέσεων.
Δηλαδή, έχουμε επιτέλους καταφέρει να κάνουμε μια σχέση που καιρό επιμένουμε να δημιουργήσουμε και σε σύντομο χρονικό διάστημα καταλαβαίνουμε πως δεν ήταν αυτό που ψάχναμε, γιατί ο άνθρωπος αποδείχθηκε ότι ήταν πιο καλός από ότι περιμέναμε, πιο έξυπνος, πιο ανόητος, πιο, πιο…πιο. Μα την αλήθεια δεν μπορώ να καταλάβω πως κυνηγάμε κάτι για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για να το παρατήσουμε στη “πρώτη στραβή”.
Το πρόβλημα όμως δεν τελειώνει εκεί, αφού παρατήσουμε τον άνθρωπο γιατί μας ενοχλούσε το οτιδήποτε, μετά από λίγο καιρό τον θέλουμε πίσω. Τελικά εκτιμούμε κάτι αφού το χάσουμε ή είμαστε εγωιστές και δεν δεχόμαστε οι πρώην “δικοί μας” άνθρωποι να συνεχίσουν τη ζωή τους;
Από την άλλη πλευρά υπάρχουν και οι άθρωποι που μένουν κολλημένοι στο παρελθόν, σ’ αυτή τη σχέση που τις περισσότερες φορές δεν επέλεξαν αυτοί να τελειώσουν αλλά αυτό το έτερον ήμισυ που έχουν θεοποιήσει. Οι άνθρωποι αυτοί χωρίζονται επίσης σε δύο κατηγορίες: Εκείνους που αντιλαμβάνονται πως το πρόβλημά τους είναι ο φόβος να συνεχίσουν και σ’ εκείνους που απλώς πιστεύουν πως η ζωή τους τελείωσε και δυσαρεστούνται που δεν υπάρχει αυτή η μαγική πέτρα που τραγουδάει η Μαρινέλλα, από την οποία ζητάει να ανοίξει για να μπει (ας σοβαρευτούμε λίγο παιδιά όλοι ξέρουμε πως οι πέτρες δεν έχουν την ιδιότητα ούτε να ακούνε, ούτε να κινούνται από μόνες τους, αν ήθελε κάποιος, ακόμα κι η Μαρινέλλα να μπει κάτω από τη πέτρα, θα τη σήκωνε και θα έμπαινε, δεν θα την παρακαλούσε ν ανοίξει).
Ούτε οι μεν ούτε οι δε βρίσκουν εύκολα τη λύση στο πρόβλημά τους, πάντως και στις δύο περιπτώσεις ίσως ο φόβος για το άγνωστο να είναι αυτός που υπερνικά την επιθυμία για το καινούριο ξεκίνημα. Αλήθεια πόσο δύσκολο είναι να αφήνεις πίσω τα όνειρα σου γιατί ζεις με το παρελθόν; Και τι γίνεται όταν το παρελθόν γίνεται τ’ όνειρο που ξέρεις πως δεν θα γίνει ποτέ πραγματικότητα;
Είναι όμως και κάποιες σχέσεις στις οποίες η ζωή δεν φέρεται τόσο δίκαια. Αυτές που όλο τελειώνουν εξαιτίας διάφορων καταστάσεων, αυτές που και οι δύο επιθυμούν όσο τίποτα να είναι μαζί μα δεν τα καταφέρνουν. Δεν μπόρεσα ποτέ να αποφασίσω αν μπορώ να δικαιολογήσω δύο ανθρώπους που θέλουν τόσο πολύ να είναι ο ένας με τον άλλον, αλλά υποστηρίζουν πως οι καταστάσεις δεν το επιτρέπουν.
Ορισμένες φορές είναι όντως πολλοί οι παράγοντες που κρατούν δύο ανθρώπους μακριά, άλλες πάλι ίσως ένας από τους δύο δεν προσπαθεί αρκετά, ή κανένας από τους δύο. Η αλήθεια πως δεν κατάλαβα ποτέ πως μπορείς να ελέγξεις μια φωτιά όταν αυτή καίει μέσα σου, γιατί αν δεν είναι ο έρωτας φωτιά, τότε τι είναι;
Τι απέγιναν όλοι οι μεγάλοι έρωτες; Ο Τζακ κι Ρόουζ (Τιτανικός), o Νίκ κι η Τέρρυ (an affair to remember) ή ο Χάμπελ και η Κέιτι (the way we were).
Αναλογιζόμενη και τις τρεις προαναφερθείσες ταινίες, συνειδητοποιήσα πως ούτε σ’ αυτές στέριωσε ποτέ ο έρωτας. Αντίθετα, εκείνος έφυγε κι έμειναν οι αναμνήσεις που γυρνούσαν πάντα τους πρωταγωνιστές στο να αναπολούν εκείνον τον έρωτα που άφησαν, στη πρώτη περίπτωση λόγω θανάτου, στη δεύτερη εξαιτίας ενός ατυχήματος και στη τρίτη λόγω…του φόβου; Το μόνο σίγουρο είναι πως και οι πρωταγωνιστές αυτών των ταινιών έζησαν έναν αξέχαστο έρωτα.
Ποιος είπε πρώτος πως ο παλιός είναι αλλιώς; Είχε εν τέλει δίκαιο;
Άραγε ερωτευόμαστε μόνο μια φορά αληθινά κι αν ναι, τότε πότε συνειδητοποιούμε αν βρήκαμε το άλλο μας μισό; Μήπως ισχύει τελικά το κλισέ “όσοι αγαπήθηκαν πολύ δεν μπόρεσαν να είναι ποτέ μαζί”; ‘Η μήπως προσπαθούμε να δώσουμε συγκεκριμένο ορισμό σε έναν έρωτα που δεν ορίζεται;
Souffragette